Μαζεύεις λίγο το επίπεδό σου γιατί το πατάω;

Όποιος δε συγκατανεύει να χαθεί μονάχος μία,
δυο φορές, ρε, κινδυνεύει να σωθεί με συνοδεία.


***

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2007

ΔΩΡΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΠΟΙΗΜΑ



Ξέρω πως είναι τίποτε όλ' αυτά και πως η γλώσσα που μιλώ δεν
έχει αλφάβητο

Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλλαβική που την
αποκρυπτογραφείς μονάχα στους καιρούς της λύπης και της εξορίας

Κι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ' επιστρώσεις διαδοχικές φράγκι-
κες ή σλαβικές που αν τύχει και βαλθείς για να την αποκαταστή-
σεις πας αμέσως φυλακή και δίνεις λόγο

Σ' ένα πλήθος Εξουσίες ξένες μέσω της δικής σου πάντοτε

Όπως γίνεται για τις συμφορές

Όμως ας φανταστούμε σ' ένα παλαιών καιρών αλώνι που μπορεί να
'ναι και σε πολυκατοικία ότι παίζουνε παιδιά και ότι αυτός που
χάνει

Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους άλλους και να
δώσει μιαν αλήθεια

Οπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι τους ένα
μικρό

Δώρο ασημένιο ποίημα.


O. Ελύτης

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2007

Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας, Ἀ. Παπαδιαμάντης


Κάτω ἀπὸ τὸν κρημνόν, ὁποῦ βρέχουν τὰ κύματα, ὅπου κατέρχεται τὸ μονοπάτι, τὸ ἀρχίζον ἀπὸ τὸν ἀνεμόμυλον τοῦ Μαμογιάννη, ὁποῦ ἀντικρύζει τὰ Μνημούρια, καὶ δυτικῶς, δίπλα εἰς τὴν χαμηλὴν προεξοχὴν τοῦ γιαλοῦ, τὴν ὁποίαν τὰ μαγκόπαιδα τοῦ χωρίου, ὁποῦ δὲν παύουν ἀπὸ πρωίας μέχρις ἑσπέρας, ὅλον τὸ θέρος, νὰ κολυμβοῦν ἐκεῖ τριγύρω, ὀνομάζουν τὸ Κοχύλι -φαίνεται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον σχῆμα- κατέβαινε τὸ βράδυ-βράδυ ἡ γριά-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχὴ γραία, κρατοῦσα ὑπὸ τὴν μασχάλην μίαν ἀβασταγήν, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ μάλλινα σινδόνια της εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, εἴτα νὰ ξεγλυκάνῃ εἰς τὴν μικρὰν βρύσιν, τὸ Γλυφονέρι, ὁποῦ δακρύζει ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ σχιστολίθου, καὶ χύνεται ἤρεμα εἰς τὰ κύματα. Κατέβαινε σιγὰ τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, καὶ μὲ ψίθυρον φωνὴν ἔμελπεν ἓν πένθιμον βαθὺ μυρολόγι, φέρουσα ἅμα τὴν παλάμην εἰς τὸ μέτωπόν της, διὰ νὰ σκεπάση τὰ ὄμματα ἀπὸ τὸ θάμβος τοῦ ἡλίου, ὁποῦ ἐβασίλευεν εἰς τὸ βουνὸν ἀντικρύ, κ᾿ αἱ ἀκτῖνες του ἐθώπευον κατέναντί της τὸν μικρὸν περίβολον καὶ τὰ μνήματα τῶν νεκρῶν, πάλλευκα, ἀσβεστωμένα, λάμποντα εἰς τὰς τελευταίας του ἀκτῖνας.

Ἐνθυμεῖτο τὰ πέντε παιδιά της, τὰ ὁποῖα εἶχε θάψει εἰς τὸ ἁλῶνι ἐκεῖνο τοῦ χάρου, εἰς τὸν κῆπον ἐκεῖνον τῆς φθορᾶς, τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, πρὸ χρόνων πολλῶν, ὅταν ἦτο νέα ἀκόμη. Δυὸ κοράσια καὶ τρία ἀγόρια, ὅλα εἰς μικρὰν ἡλικίαν τῆς εἶχε θερίσει ὁ χάρος ὁ ἀχόρταστος.

Τελευταῖον ἐπῆρε καὶ τὸν ἄνδρα της, καὶ τῆς εἶχον μείνει μόνον δυὸ υἱοί, ξενιτευμένοι τώρα. Ὁ εἶς εἶχεν ὑπάγει, τῆς εἶπον, εἰς τὴν Αὐστραλίαν, καὶ δὲν εἶχε στείλει γράμμα ἀπὸ τριῶν ἐτῶν. Αὐτὴ δὲν ἤξευρε τί εἶχεν ἀπογίνει. Ὁ ἄλλος ὁ μικρότερος ἐταξίδευε μὲ τὰ καράβια ἐντὸς τῆς Μεσογείου, καὶ κάποτε τὴν ἐνθυμεῖτο ἀκόμη. Τῆς εἶχε μείνει καὶ μία κόρη, ὑπανδρευμένη τώρα, μὲ μισὴν δωδεκάδα παιδιά.

Πλησίον αὐτῆς, ἡ γριά-Λούκαινα ἐθήτευε τώρα, εἰς τὸ γῆρας της, καὶ δι᾿ αὐτὴν ἐπήγαινε τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ χράμια καὶ ἄλλα διάφορα σκουτιὰ εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, καὶ νὰ τὰ ξεγλυκάνη στὸ Γλυφονέρι.

Ἡ γραῖα ἔκυψεν εἰς τὴν ἄκρην χθαμαλοῦ, θαλασσοφαγωμένου βράχου, καὶ ἤρχισε νὰ πλύνῃ τὰ ροῦχα. Δεξιά της κατήρχετο ὁμαλώτερος, πλαγιαστός, ὁ κρημνὸς τοῦ γηλόφου, ἐφ᾿ οὗ ἦτο τὸ Κοιμητήριον, καὶ εἰς τὰ κλίτη τοῦ ὁποίου ἐκυλίοντο ἀενάως πρὸς τὴν θάλασσαν τὴν πανδέγμονα τεμάχια σαπρῶν ξύλων ἀπὸ ξεχώματα, ἤτοι ἀνακομιδὰς ἀνθρωπίνων σκελετῶν, λείψανα ἀπόχρυσες γόβες ἢ χρυσοκέντητα ὑποκάμισα νεαρῶν γυναικών, συνταφέντα ποτὲ μαζί των, βόστρυχοι ἀπὸ κόμας ξανθάς, καὶ ἄλλα τοῦ θανάτου λάφυρα. Ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς της, ὀλίγον πρὸς τὰ δεξιά, ἐντὸς μικρᾶς κρυπτῆς λάκκας, παραπλεύρως τοῦ Κοιμητηρίου, εἶχε καθίσει νεαρὸς βοσκός, ἐπιστρέφων μὲ τὸ μικρὸν κοπάδι του ἀπὸ τοὺς ἀγρούς, καί, χωρὶς ν᾿ ἀναλογισθῆ τὸ πένθιμον τοῦ τόπου, εἶχε βγάλει τὸ σουραῦλι ἀπὸ τὸ μαρσίπιόν του, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ φαιδρὸν ποιμενικὸν ᾆσμα. Τὸ μυρολόγι τῆς γραίας ἐκόπασεν εἰς τὸν θόρυβον τοῦ αὐλοῦ, καὶ οἱ ἐπιστρέφοντες ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς τὴν ὥραν ἐκείνην - εἶχε δύσει ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἥλιος - ἤκουον μόνον τὴν φλογέραν, κ᾿ ἐκοίταζον νὰ ἴδωσι ποῦ ἦτο ὁ αὐλητής, ὅστις δὲν ἐφαίνετο, κρυμμένος μεταξὺ τῶν θάμνων, μέσα εἰς τὸ βαθὺ κοίλωμα τοῦ κρημνοῦ.

Μία γολέτα ἦτο σηκωμένη στὰ πανιά, κ᾿ ἔκαμνε βόλτες ἐντὸς τοῦ λιμένος. Ἀλλὰ δὲν ἔπαιρναν τὰ πανιά της, καὶ δὲν ἔκαμπτε ποτὲ τὸν κάβον τὸν δυτικόν. Μία φώκη, βόσκουσα ἐκεῖ πλησίον, εἰς τὰ βαθιὰ νερά, ἤκουσεν ἴσως τὸ σιγανὸν μυρολόγι τῆς γραίας, ἐθέλχθη ἀπὸ τὸν θυρυβώδη αὐλὸν τοῦ μικροῦ βοσκοῦ, καὶ ἦλθε παραέξω, εἰς τὰ ρηχά, κ᾿ ἐτέρπετο εἰς τὸν ἦχον, κ᾿ ἐλικνίζετο εἰς κύματα. Μία μικρὰ κόρη, ἦτο ἡ μεγαλυτέρα ἐγγονὴ τῆς γραίας, ἡ Ἀκριβούλα, ἐννέα ἐτῶν, ἴσως τὴν εἶχε στείλει ἡ μάννα της, ἢ μᾶλλον εἶχε ξεκλεφθῆ ἀπὸ τὴν ἄγρυπνον ἐπιτήρησίν της, καὶ μαθοῦσα ὅτι ἡ μάμμη εὐρίσκετο εἰς τὸ Κοχύλι, πλύνουσα εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἦλθε νὰ τὴν εὔρη, διὰ νὰ παίξη ὀλίγον εἰς τὰ κύματα. Ἀλλὰ δὲν ἤξευρεν ὅπως πόθεν ἤρχιζε τὸ μονοπάτι, ἀπὸ τοῦ Μαμογιάννη τὸν μύλον, ἀντικρὺ στὰ Μνημούρια, καὶ ἅμα ἤκουσε τὴν φλογέραν, ἐπῆγε πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ ἀνεκάλυψε τὸν κρυμμένον αὐλητήν. Καὶ ἀφοῦ ἐχόρτασε ν᾿ ἀκούῃ τὸ ὄργανόν του καὶ νὰ καμαρώνῃ τὸν μικρὸν βοσκόν, εἶδεν ἐκεῖ πού, εἰς τὴν ἀμφιλύκην τοῦ νυκτώματος, ἓν μικρὸν μονοπάτι, καὶ ὅτι ἐκεῖθεν εἶχε κατέλθει ἡ γραῖα ἡ μάμμη της. Κ᾿ ἐπῆρε τὸ κατηφορικὸν ἀπότομον μονοπάτι διὰ νὰ φθάση εἰς τὸν αἰγιαλὸν νὰ τὴν ἀνταμώση. Καὶ εἶχε νυκτώσει ἤδη.

Ἡ μικρὰ κατέβη ὀλίγα βήματα κάτω, εἴτα εἶδεν ὅτι ὁ δρομίσκος ἐγίνετο ἀκόμη πλέον ἀπόκρημνος. Ἔβαλε μίαν φωνήν, κ᾿ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀναβῇ, νὰ ἐπιστρέψη ὀπίσω. Εὐρίσκετο ἐπάνω εἰς τὴν ὀφρὺν ἑνὸς προεξέχοντος βράχου, ὡς δυὸ ἀναστήματα ἀνδρὸς ὑπεράνω τῆς θαλάσσης. Ὁ οὐρανὸς ἐσκοτείνιαζε, σύννεφα ἔκρυπταν τὰ ἄστρα, καὶ ἦτον στὴν χάσιν τοῦ φεγγαριοῦ. Ἐπροσπάθησε καὶ δὲν εὕρισκε πλέον τὸν δρόμον πόθεν εἶχε κατέλθει. Ἐγύρισεν πάλιν πρὸς τὰ κάτω, κ᾿ ἐδοκίμασε νὰ καταβῇ. Ἐγλίστρησε κ᾿ ἔπεσε, μπλούμ! εἰς τὸ κῦμα. Ἦτο τόσον βαθὺ ὅσον καὶ ὁ βράχος ὑψηλός. Δυὸ ὀργυιὲς ὡς ἔγγιστα. Ὁ θόρυβος τοῦ αὐλοῦ ἔκαμε νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἡ κραυγή. Ὁ βοσκὸς ἤκουσεν ἕνα πλαταγισμόν, ἀλλὰ ἐκεῖθεν ὅπου ἦτο, δὲν ἔβλεπε τὴ βάσιν τοῦ βράχου καὶ τὴν ἄκρην τοῦ γιαλοῦ. Ἄλλως δὲν εἶχε προσέξει εἰς τὴν μικρὰν κόρην καὶ σχεδὸν δὲν εἶχεν αἰσθανθῆ τὴν παρουσίαν της.

Καθὼς εἶχε νυκτώσει ἤδη, ἡ γραῖα Λούκαινα εἶχε κάμει τὴν ἀβασταγήν της, καὶ ἤρχισε ν᾿ ἀνέρχεται τὸ μονοπάτι, ἐπιστρέφουσα κατ᾿ οἶκον. Εἰς τὴν μέσην του δρομίσκου ἤκουσε τὸν πλαταγισμόν, ἐστράφη κ᾿ ἐκοίταξεν εἰς τὸ σκότος, πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἦτο ὁ αὐλητής.

- Κεῖνος ὁ Σουραυλῆς θὰ εἶναι, εἶπε, διότι τὸν ἐγνώριζε. Δὲν τοῦ φτάνει νὰ ξυπνᾷ τοὺς πεθαμένους μὲ τὴ φλογέρα του, μόνο ρίχνει καὶ βράχια στὸ γιαλὸ γιὰ νὰ χαζεύῃ... Σημαδιακὸς κι ἀταίριαστος εἶναι.

Κι ἐξηκολούθησε τὸ δρόμο της.

Κ᾿ ἡ γολέτα ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ βολταντζάρῃ εἰς τὸν λιμένα. Κι ὁ μικρὸς βοσκὸς ἐξηκολούθει νὰ φυσᾷ τὸν αὐλόν του εἰς τὴν σιγὴν τῆς νυκτός.

Κ᾿ ἡ φώκη, καθὼς εἶχεν ἔλθει ἔξω εἰς τὰ ρηχά, ηὖρε τὸ μικρὸν πνιγμένον σῶμα τῆς πτωχῆς Ἀκριβούλας, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιτριγυρίζῃ καὶ νὰ τὸ μυρολογᾷ, πρὶν ἀρχίση τὸ ἑσπερινὸν δεῖπνον της.

Τὸ μυρολόγι τῆς φώκης, τὸ ὁποῖον μετέφρασεν εἰς ἀνθρώπινα λόγια εἶς γέρων ψαρᾶς, ἐντριβὴς εἰς τὴν ἄφωνον γλῶσσαν τῶν φωκῶν, ἔλεγε περίπου τὰ ἑξῆς:

Αὐτὴ ἦτον ἡ Ἀκριβούλα
ἡ ἐγγόνα τῆς γριά-Λούκαινας.
Φύκιά ῾ναι τὰ στεφάνια της,
κοχύλια τὰ προικιά της...
Κ᾿ ἡ γριὰ ἀκόμα μυρολογᾷ
τὰ γεννοβόλια της τὰ παλιά.
Σὰν νἄχαν ποτὲ τελειωμὸ
τὰ πάθια κ᾿ οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου.


Τα κορίτσια η πόα της ουτοπίας







Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2007

ΥΠ

Καλά λέει ο Δικαιόπολης :
Για τρεις... πουτάνες!!!

Αυτά συμβαίνουν όταν η αισθητική της λαιμαργίας
γίνεται κυρίαρχη ιδεολογία...

Ο πολιτισμός υίζει κι αποκάτω κόπρανα... με ονοματεπώνυμο...

Η εικόνα του ανθρώπου σφραγίδα των έργων του...

Υ.Γ.
Στρατηγέ, τι γύρευες στο Γκρήν Λέιμπελ
εσύ ένας Εγγονόπουλος;

La Figlia Che Piange


O quam te memorem virgo...

Στο πιο ψηλό σκαλί της σκάλας στάσου-
ακούμπησε στου κήπου την υδρία-
πλέκε, πλέκε το ηλιόφως στα μαλλιά σου-
τ' άνθη πάνω σου σφίξε τα μ' οδυνηρή απορία-
πέταχτα χάμου, και μετά
γύρνα, με δυσφορία φευγαλέα στη ματιά:
μα πλέκε, πλέκε το ηλιόφως στα μαλλιά σου.


Έτσι θα τον έβαζα να την εγκαταλείψει,
έτσι θα την έβαζα να στέκεται με θλίψη,
έτσι θα' χε εκείνος φύγει
ως η ψυχή το σώμα αφήνει που 'χει πια αποκάνει,
ως το μυαλό το σώμα αφήνει που 'ναι να πεθάνει.
Θα 'χα βρει
κάποιον τρόπο ασύγκριτα εύκολο ελαφρύ,
κάποιο τρόπο που θα νιώθαμε κι οι δυο,
σα χειραψία και σα χαμόγελο άπιστο κι απλό.


Γύρισε, αλλά με το φθινοπωριάτικο καιρό
τη φαντασία μου σκλάβωσε μέρες πολλές
και πολλές ώρες: τα μαλλιά της
ριχτά στους ώμους, κι άνθη γεμάτη η αγκαλιά της.
Κι αναρωτιέμαι πώς μαζί θα 'ταν οι δυο.
Θα πρέπει να 'χασα μια πόζα, μια χειρονομία.
Κάποτε μ' απορία γεμίζουν οι σκέψεις αυτές
τ' ανήσυχα μεσάνυχτα και τη μεσημβρινή ηρεμία.


Τ.Σ. Έλιοτ, κατά Γ. Νίκα


Να το πάλι



Απόψε τ' απόβραδο μια μικρομάγισσα
μ' άναψε φλόγα στο νου στο κορμί
να το πάλι
μ' άναψε φλόγα στο νου στο κορμί
να το πάλι

Στο κάθε σου άγγιγμα στην κάθε σου ματιά
πως να στο πω θα πιστέψεις τρελά σ' αγαπώ
δε με νοιάζει
πως να στο πω θα πιστέψεις τρελά σ' αγαπώ
δε με νοιάζει

Ήρθε η άνοιξη μαζί σου νεραντζούλα
φύγαν οι μπόρες στους δρόμους οι ίσκιοι
μας ψάχνουν τ' αστέρια
φύγαν οι μπόρες στους δρόμους οι ίσκιοι
μας ψάχνουν τ' αστέρια

( Με το που φτάσαμε στην Ανακασιά ο δίσκος άρχισε να ρολάρει... βαλσάκι που δε βρώμαγε πρωτεύουσα... κι εγώ μακεδόνας μ' ένα κάτω κρεβάτι στη δευτέρα ίλη μέσων αρμάτων Λιτοχώρου... η άλλη Ελλάδα στην οποία ήμουν πρωτάκι είχε μουσική... ευχαριστώ Νίκο... χρόνια πολλά..)

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2007

Κορίτσι απαλό φεγγάρι

Πόσο σε ξέρω από όνειρα και ποιήματα που γίνεσαι σχεδόν φανταστική μ' ένα χνούδι χρυσό ιουλίων εκεί όπου ακριβώς σηκώνεις τα μαλλιά, όταν δεν είσαι αγοροκόριτσο, και θέλει το δάχτυλο ν' αγγίξει ένα κόσμημα σπονδύλου... σ' έχω παίξει κυνηγητό στο δεύτερο διάλειμμα σ' έπιασα μια στιγμή από ποδιά γαλάζια κι έφυγες σαν άρτεμη αφήνοντας ένα λευκό γιακαδάκι ανάμνηση που θα ' λεγε κι η Δημουλά... για λίγο χνούδι σου οι λέξεις μου εφηβίζουν... τραβιούνται απότομα άσεμε άσεμε... κι αφού ποτέ δεν πέπρωται να γίνεις του χεριού μου ας γίνεις τουλάχιστον των λόγων μου... Τι ραγισμένα τζάμια αφήνουν στη διάψευση εκείνοι που είπες είναι μέσα μας; ... το συλλογίζομαι την ώρα που σε βλέπω να στρίβεις γωνίες σε δρόμους νυχτερινούς των αθηνών... με την αλίκη στη χώρα των θαυμάτων υπομάλης, εσένα που σε ξέρουν κάτι τετράγωνα συνοικιών και πλατείες ως Μελίνα... και θέλω να φωνάξω η διάψευση σωρεύει πεθαμένους μέσα μας μα όχι εσύ... εσύ φερμένη από στίχους της αρχαίας ελληνικής κάτι φωνήεντα πελώρια με κάτι σύμφωνα κρουστά... όχι εσύ... κι από τους μέσα σου νεκρούς βγαίνει ένα φεγγάρι που εξάντλησε όλους τους ποιητές πριν και πάλι να πεινάσει λέξεις... Να πονάς δεν λέω, να πονάς, και να υφαίνεις πόνο μα... θέλω να πω ενώτια πανφανόοντα κι όλοι να λεν μιλάω για σένα... Κορίτσι απαλό φεγγάρι φτιαγμένο με τα υλικά μα και το θράσος του έρωτα... από το ένα μέρος να εξευγενίζεις εορταστικά τα λόγια κι από το άλλο ένα μαχαίρι βλέμμα που ν' αποκεφαλίζει ακαριαία τους αφτερούγιστους και σκλάβους της βαρύτητας αγγέλους...

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2007

Ο μετανάστης Χριστός

Περιμένουν, σ' όλη την περίμετρο του κόσμου της αλαζονείας περιμένουν... Απόψε οι χορτάτοι γιορτάζουν το Θεό που δεν πιστεύουν... καλή ευκαιρία να περάσουμε... Από τον Έβρο ως τη Θέουτα περιμένουν... το σύνθημα για περάσουν στον κόσμο μας... Είναι ο καθένας κι ένας Χριστός που γεννιέται... στον κόσμο μας όπου ο Χριστός πεθαίνει κάθε μέρα... Τα λεφτά στον ατζέντη έχουν δοθεί... ο απέναντι στρατιωτικός μιλημένος... ο οδηγός ξέρει τα ναρκοπέδια... περιμένουν... σε είκοσι λεπτά θα αλλάξουν οι σκοπιές... όσοι πάνε θα κάνουν Χριστούγεννα στη σκοπιά... κι αν δεν τα σκεφτώ αυτά δεν υπάρχει φαγητό να μου κατεβαίνει στο λαιμό... Χριστός είναι να θυμάσαι... Ο Νίκος έστειλε ποίημα... Καλά Χριστούγεννα Νίκο... Το ρίχνω εδώ:

Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΩΝ ΔΕΝΔΡΩΝ

Για τα Χριστούγεννα υπάρχουν άφθονες διαθέσεις
Μερικές μπορούμε να τις αψηφίσουμε:
Την μουδιασμένη, την κοινωνική, την ισχυρώς εμπορική,
Την θορυβώδη (όπου οι ταβέρνες λειτουργούν ως τα μεσάνυχτα)
Την παιδική - όχι εκείνη του παιδιού
Όταν είναι άστρο το κερί, κι ο χρυσωμένος άγγελος
Απλώνοντας πτερά στην κορυφή του δέντρου
Δεν είναι απλώς διακόσμηση, μα ο άγγελος
Θαυμάζει το παιδί το Χριστουγεννιάτικο δέντρο:
Αφήστε το να συνεχίζει με πνεύμα θαυμασμού
Την Εορτή σαν γεγονός, όχι δεκτή σαν πρόσχημα
Ώστε η λάμπουσα έκσταση, η έκπληξη\
Από το πρωτοθυμημένο Χριστουγεννιάτικο Δέντρο,
Ώστε οι εκπλήξεις να γοητεύονται με νέες προσκτήσεις
(Η καθεμία με την δική της ερεθιστική ευωδία)
Την προσδοκία της χήνας ή του διάνου
Το προσδοκούμενο δέος στην εμφανισή τους
Ωστε το σέβας και η χαρά
Να μην λησμονηθούν στην ύστερη εμπειρία,
Την γνώση του θανάτου, την συνείδηση της πτώσης
Η την ευλάβεια του προσύλητου
Που μπορεί να χρωματίζεται από έπαρση
Δυσάρεστη προς τον Θεό και ασεβή προς τα παιδιά
(Κι εδώ με ευγνωμοσύνη αναπολών επίσης
Τα κάλαντα της Αγίας Λουκίας και το στέμμα της από φωτιά)
Ωστε πριν απο το τέλος, στα ογδοηκοστά Χριστούγεννα
(Δια "ογδοηκοστού" εννοώντας οποιοδήποτε είναι τελευταίο)
Οι αθροισμένες μνήμες μιας συγκίνησης ετήσιας
Ίσως συγκεντρωθούν σε μια χαρά μεγάλη
Που θα είναι επίσης ένας μέγας φόβος, όπως επ' ευκαιρία
Ο φόβος έρχεται σε καθεμία ψυχή
Διότι η αρχή θα μας θυμίζει τέλος
Και η πρώτη παρουσία την δευτέρα παρουσία.

T. S. Eliot
(μετ. Α.Νικολαϊδής)

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2007

Σούρβα σούρβα

Πρωτοχρονιάτικο της Θράκης

Σούρβα σούρβα γερό κορμί
γερό κορμί, γερό σταυρί
σαν ασήμι, σαν κρανιά
και του χρόνου όλοι γεροί
όλοι γεροί καλόκαρδοι

Σούρβα σούρβα γεια χαρά
για σταφίδες, για παρά
για καρύδες, για μπαντέμια
για ένα ξυλοκέρατο

( Ήρθε το παιδί και με βρήκε με αυτά τα λόγια...
τον ηχογράφησα κρυφά...
Και μόνο γι αυτό αξίζουν τα φετινά Χριστούγεννα... )

Ο τρίτος δρόμος για το ρατσισμό

Η δίωξη των αδέσποτων σκύλων αποτελεί μιαν ακόμη έκφραση του ελληνικού ρατσισμού. Είναι η ιδεολογία που παράγει το ξινισμένο μούτρο του Σημίτη το αποστειρωμένο μετρό, το στέγαστρο Καλατράβα, η Αττική οδός και η γέφυρα Ρίου Αντιρρίου... Είναι η ιδεολογία της μαιζονέτας, του Μερσεντές κομπρέσσορ, της "φιλοξενίας " μεταναστών, του τράφικιν γυναικών... Είναι η ιδεολογία μια κοινωνίας που θυσιάζει 2500 νέους το χρόνο στην άσφαλτο που παράγει πλούσιους συνταξιούχους και φτωχούς εργαζόμενους που στην επιφάνειά της κυριαρχούν ζώα ( με παρελθόν αδέσποτου) με το σύνθημα μετά από μένα ο κατακλυσμός... Με τους πουλημένους κα τους συνένοχους... αδιάφορους για το διπλανό και ουρλιάζοντας όταν τους πιάνει η τσιμπίδα.

Το ποντίκι στο σιτάρι της γερμανικής προπαγάνδας έφτιαξε το Άουσβιτς. Η φαιά πανούκλα χτυπάει τον Νεοέλληνα με την επιθυμία του αποστειρωμένου... Περιμένω τη σειρά μου...

Υ.Γ. Η άποψή μου παραμένει σταθερή. Η κυβέρνηση έχει αλλάξει μα στην πράξη δεν κάνει τίποτε άλλο από το να διαχειρίζεται τις συνέπειες που παρήγαγαν οι δύο κυβερνήσεις της συμμορίας Σημίτη.

Υ.Γ. Τα αδέσποτα συμβολίζουν την εσωτερική κατάσταση των Ελλήνων, την αδέσποτη ύπαρξή μας είναι το τελευταίο κομμάτι ανθρωπιάς που πρέπει να εξαφανιστεί ώστε να λάμπουν τα νίκελα της επαρχιώτικης συνείδησης χτεσινών φτωχών...

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2007

Άρης Αλεξάνδρου, Άννα

Το άσμα εδώ

Όλο μιλάω για γραμμές επίπεδα και πέτρες
για να μην τύχει και προσέξεις
πόσο διστάζω να σ' αγγίξω

Σαν τον κατάδικο που στέκει μες στη νύχτα
διστάζοντας να βάλει το απολυτήριο στην τσέπη
γιατί το ξέρει πως τόσο φως δεν θα τ' αντέξει...


(Από τα Ανεπίδοτα Γράμματα του Μιχάλη Γρηγορίου...)

Αφιερωμένο στο Σωτήρη Παστάκα,
στο Δημήτρη Κανελλόπουλο και το Χρήστο Ρουμελιωτάκη

Ο Έρωτας στα χρόνια της χολέρας


Η Σακίρα στο τραγούδι Απoχαιρετισμός

Para mis alumnos

Feliz Navidad chulos, con cariñno y fervor...


Despedida

No hay mas vida, no hay,
no hay mas vida, no hay
No hay mas lluvia, no hay,
no hay mas brisa, no hay
No hay mas brisa, no hay,
no hay mas llanto, no hay
No hay mas miedo, no hay…

Llevame donde estes, llevame
Llevame, llevame donde estes
Llevame, llevame donde estes, llevame
Llevame

Cuando alguien se va, el que se queda sufre mas,
Cuando alguien se va, el que se queda sufre mas…
Cuando alguien se va, el que se queda sufre mas.


To Δαιμόνιο, Φ. Γκ. Λόρκα

Απλά, με τον τόνο της ποιητικής μου φωνής που δεν έχει ούτε αποχρώσεις ξύλου, ούτε λαβυρίνθους δηλητηρίου, ούτε αρνιά που ξαφνικά γίνονται μαχαίρια ειρωνείας, θα προσπαθήσω να σας δώσω ένα μάθημα απλό για το κρυμμένο πνεύμα της πληγωμένης Ισπανίας.

Σ' ολόκληρη την Ανδαλουσία, απ' το βράχο του Χαέν μέχρι τα' όστρακο του Καντίθ, οι άνθρωποι μιλούν συνέχεια για το δαιμόνιο— κι όταν φανεί, το ένστικτό τους δεν τους γελάει ποτέ.Το αναγνωρίζουν αμέσως.

"Ό,τι έχει μαύρους ήχους έχει δαιμόνιο". Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια. Αυτοί οι "μαύροι ήχοι" είναι το μυστήριο, οι ρίζες που απλώνονται κάτω βαθιά στο πλούσιο χώμα, γνωστό μα κι άγνωστο σε όλους μας, απ' όπου όμως βγαίνει ό,τι αληθινό έχει να δείξει η τέχνη.


Ο άγγελος και η μούσα έρχοντ' απ' έξω. Ο άγγελος χαρίζει ακτινοβολία, η μούσα δίνει μορφές(ο Ησίοδος διδάχθηκε απ'αυτές). Χρυσό φύλλο ή πτυχή χιτώνα ο ποιητής δέχεται τα καλούπια έτοιμα, καθισμένος ανάμεσα στους θάμνους της δάφνης του. Το δαιμόνιο, όμως, πρέπει να ξυπνάει μέσα στα ίδια κύτταρα του αίματος.

Για να βρούμε το δαιμόνιο δεν υπάρχει τίποτε να μας βοηθήσει. Ούτε χάρτης ούτε "σωστοί τρόποι". Το μόνο που ξέρουμε είναι πως καίει αίμα σαν κοπανιστό γυαλί, πως εξαντλεί, πως σβήνει τη γλυκιά γεωμετρία που μάθαμε, πως κλωτσάει όλα τα στυλ.

Μόλις η μούσα μυριστεί το θάνατο, κλείνει την πόρτα, υψώνει ένα μνημείο, παρελαύνει μια νεκρώσιμη υδρία ή γράφει με χέρι κέρινο έναν επιτάφιο κι αρχίζει να μαδάει το στεφάνι της σε
μια σιωπή που τρεμοσβήνει ανάμεσα σε δυο θλιμμένες αύρες. Κάτω απ' τη ρημαγμένη αψίδα της ωδής δένει με πένθιμα δάκτυλα τα τέλεια λουλούδια που ζωγράφισαν οι Ιταλοί τον δέκατο πέμπτο αιώνα και καλεί τον καθησυχαστικό πετεινό του Λουκρητίου να τρομάξει και να διώξει μακριά ανυποψίαστες σκιές.

Όταν ο άγγελος υποψιαστεί το θάνατο, κάνει ένα αργό κύκλο κι έρχεται και γνέθει με νάρκισσους και παγωμένα δάκρυα το ελεγειακό ποίημα που είδαμε να τρέμει στα χέρια του Κήτς, του Βιγιασαντίνο, του Ερρέρα, του Μπέκερ και του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ. Αλλά τι σύγχυση, τι πανικός, αν ο άγγελος νιώσει μια τόση δα αράχνη ν' αγγίζει τα ροδαλά του δάκτυλα!

Το δαιμόνιο δεν εμφανίζεται καν αν δεν δει κάποια πιθανότητα θανάτου, αν δεν πειστεί πως θα μπαινοβγεί ελεύθερα στο σπίτι του, αν δεν είναι σίγουρο πως θα ταράξει εκείνα τα κλαριά που όλοι κουβαλάμε μέσα μας και που θα μείνουν για πάντα απαρηγόρητα. Στη σκέψη, στον ήχο και στην κίνηση, το δαιμόνιο σπρώχνει το δημιουργό σε μιαν αντρίκεια, τίμια πάλη στο χείλος του πηγαδιού. Κι ενώ η μούσα κι ο άγγελος αποσύρονται με το βιολί ή με το διαβήτη τους, το δαιμόνιο πληγώνει, και στο γιάτρεμα αυτής της πληγής που ποτέ δεν κλείνει, βρίσκεται η ρίζα ό,τι πρωτόγνωρου και θαυμαστού κρύβει το έργο του ανθρώπου.


Κυρίες και κύριοι: έστησα τρεις αψίδες και με χέρι αδέξιο τοποθέτησα πάνω τη μούσα, τον άγγελο και το δαιμόνιο.
Η μούσα μένει ακίνητη. Μπορεί αν κρατήσει τον πολύπτυχο χιτώνα της, τα αγελαδίσια μάτια της που ατενίζουν την Πομπηία ή την πλατιά της μύτη με τα τέσσερα πρόσωπα που της έδωσε ο φίλος της ο Πικάσσο.
Ο άγγελος μπορεί να ανεμίσει στα μαλλιά που ζωγράφισε ο Αντονέλλο ντί Μεσσίνα ή αν φτερουγίσει στις πτυχές του Λίππι και στο βιολί του Μασσολίνο και του Ρουσσώ.
Μα το δαιμόνιο; Που είναι το δαιμόνιο; Μέσα από την άδεια αψίδα υψώνεται ένας άνεμος του νου που πνέει ακατάπαυστα πάνω από τα κεφάλια των νεκρών σε μιαν ατέλειωτη αναζήτηση για καινούργια τοπία κι ανυποψίαστους τόνους. Ένας άνεμος που μυρίζει σάλιο παιδιού, φρεσκοκομμένο χορτάρι και πέπλο μέδουσας αγγέλλοντας το αιώνιο βάπτισμα των νιογέννητων πραγμάτων.

Οι δικοί μου ξένοι

Πέστα Χαρούλα

Οι δικοί μου ξένοι οι πιο μακρινοί
είναι αυτοί που ζουν κοντά μου
τους κοιτάζω, τους αγγίζω, τους μιλώ
τους ανοίγω την καρδιά μου

Μα ο καθένας ταξιδεύει μοναχός
μεσ΄στην άγνωστη ψυχή του
Ο καθένας στη δική του ξενιτιά
πολεμάει για τη ζωή του

Οι δικοί μου ξένοι
είν' οι αγαπημένοι

Οι δικοί μου ανθρώποι ζούνε μακριά
κι από μακριά αγαπάνε
΄Ετσι μεγαλώνει ο κόσμος κι η καρδιά
και θυμόμαστε όπου πάμε

Μα ο καθένας ταξιδεύει μοναχός
κι αδελφή ψυχή γυρεύει
και στα κρύσταλλα κομμάτια της καρδιάς
την αλήθεια του λαξεύει

Οι δικοί μου ανθρώποι
της καρδιάς μου οι τόποι

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2007

Taksim


Fersan, Refik - Taksim

Γιατί στην ευκολία του να βρεις μουσική
το πρόβλημα έχει μετατοπιστεί
στο να μην έχεις συναισθήματα να αποθέσεις πάνω της...

Στο Γαλατά και στα Τατάυλα κι όπου αλλού
βασίλισσα των κοριτσιών είναι η μαυροφόρα... πάντα.

Κι αν φταίει κανείς, από τον Άγιο Φεβρουάριο

Η Πετρή Σαλπέα εδώ

Μαύρο πλακάκι στην αυλή
κι άσπρο κλουβί για το πούλι
κι η τζαμαρία με τις φτέρες
για να ξυπνάς ένα πρωί
και να θυμάσαι άλλες μέρες

Κι αν φταίει κανείς να μην το πεις
τα λόγια είναι της ντροπής
κι ό,τι αγγίζει δεν πονά
ποτάμι ο κόσμος και περνά

Δρόμοι γεμάτοι πιπεριές
και ξαφνικές καλοκαιριές
απ' τα μισά του μήνα Μάρτη
στον κόσμο τούτο είναι φορές
που πάει κανείς και δίχως χάρτη

Κι αν φταίει κανείς να μην το πεις
τα λόγια είναι της ντροπής
κι ό,τι αγγίζει δεν πονά
ποτάμι ο κόσμος και περνά

Ο αντιγραφέας το πήρε σαν : το κάνει ο κόσμος και περνά... καλή βελτίωση

( Εδώ η λαϊκή αριστοκρατία συναντάει τα αστικά Ρω του Έρωτα, μ' έναν τρόπο που δεν θα καταλάβει ποτέ ο Ανδριανόπουλος κι ο Μάνος με τη λησμονιά των μπακάληδων προγόνων τους και τους λακέδες που τους μεγάλωσαν... Πίσω από τα γαλάζια παράθυρα στο ισόγειο που ακουμπάει ο Μάνος Ελευθερίου υπάρχει κήπος αθώρητος... )
Υ.Γ. Ανάμεσα υπάρχουν μερικά εκατομμύρια νεκροί, ενημερωμένοι από κυριακάτικα έντυπα και με το φθόνο να κυνηγούν αυτά τα φαντάσματα που μέλλει να χαριστούν και στον έσχατο μετανάστη... Είναι κάτι από μέσα που τους λείπει και δεν το ξέρουν οι καημένοι...

Σχέδιο για στίχο


Είναι κάτι καφενεία
μες στη Νέα Ιωνία που περνώ

Όπου το είκοσι δύο
και το δυο χιλιάδες δύο συναντώ

Μετανάστες μ' άλλη γλώσσα
κουβεντιάζουν μια στα τόσα
κι έχουν ίδιο τον καημό

Είναι κάτι καφενεία
μες στη Νέα Ιωνία που περνάς

Που από τον πολύ καθρέφτη
της ζωής σου που ξεπέφτει τους ξεχνάς

Μετανάστες μ' άλλη γλώσσα
που περνάνε μύρια όσα
κι έχουν ίδιο τον καημό

Μια βραδιά στα καφενεία
μες στη Νέα Ιωνία να σε δω
Μ' όσα έχεις και δεν έχεις
μ' όσα κυνηγάς και τρέχεις
στο μεγάλο σου κενό

Μια βραδιά στην Ιωνία
η ζωή σου σαν ταινία να περνά
Τα 'χεις κάνει όλα χρήμα
κι η ζωή σου πάει στο κρίμα και στο πουθενά.


Η σούστα πήγαινε μπροστά , Μάνος Ελευθερίου

Το άσμα εδώ

Η σούστα πήγαινε μπροστά
κι ο μάγκας τοίχο-τοίχο
δεν έτυχε στα χρόνια αυτά
τίποτα να πετύχω

Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές
του Αη-Γιάννη αχ πόσα ξέρεις και μου λες
αχ πόσα τέτοια ξέρεις και μου λες
που 'χουν πεθάνει

Με βάλαν πάνω στην κορφή
στ' αγριεμένο κύμα
στης Σμύρνης την καταστροφή
στ' άδικο και στο κρίμα

Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές
του Αη-Γιάννη αχ πόσα ξέρεις και μου λες
αχ πόσα τέτοια ξέρεις και μου λες
που 'χουν πεθάνει

Στέλιος Μπικάκης, Γενέθλια


Ο Σφακιανάκης εδώ

Στα μονοπάτια του καημού
στη γέφυρα του στεναγμού
μ' έκαν' η μάνα μου
Μια φθινοπωρινή βραδιά,
ζωή την κρύα σου καρδιά
είδαν τα μάτια μου

Με κουδουνίστρες πλαστικές
όμορφες και χρωματιστές
με νανουρίζανε
Και τα ματάκια τα μικρά
είδαν του κόσμου τ' αγαθά
και συμφωνήσανε

Ήταν το γάλα μου πικρό
και το νεράκι μου γλυφό
που με μεγάλωνε
Κι απέναντι στη κούνια μου,
η μοίρα η κακούργα μου
και με καμάρωνε

Ήταν το κλάμα μου μουντό
σαν κάτι να 'θελα να πω,
μα δεν με νιώσανε
Μια λυπημένη αναπνοή
για την πουτάνα τη ζωή
που μου χρεώσανε

Έτσι ξεκίνησα λοιπόν, έτσι ξεκίνησα,
δεν με ρωτήσανε ζωή, μα σε συνήθισα
Σαν πληγωμένο αετόπουλο στο χώμα,
ψάχνω τη δύναμη να κρατηθώ ακόμα

Έτσι ξεκίνησα λοιπόν, έτσι ξεκίνησα,
άλλα μου δείξανε και άλλα εγώ αντίκρισα
Θεέ μου κι ας ήξερα ποια μέρα θα πεθάνω
και του θανάτου μου γενέθλια να κάνω

Πάνω σε λάσπες και καρφιά
στ' άδικου κόσμου τη φωτιά πρωτοπερπάτησα
Ισορροπία σταθερή
για να προλάβω τη ζωή,
όμως την πάτησα

Μονό το "α" και το "χ"
στη σχολική μου εποχή
πρωτοσυλλάβισα
Γι αυτό το "αχ" και το "γιατί"
όπου βρεθώ μ' ακολουθεί
κι ας τριαντάρισα

Έτσι περνούσε ο καιρός
και γω στο δρόμο μου σκυφτός
έκανα όνειρα
Έτυχε να 'μαι απ' αυτούς
που κολυμπάνε στους αφρούς
και στα λασπόνερα

Στάζει το αίμα της ψυχής,
σαν τις σταγόνες της βροχής
όμως ποιος νοιάζεται
Και την αόρατη πληγή
που μέσα μου αιμορραγεί
ποιος την μοιράζεται

Έτσι ξεκίνησα λοιπόν, έτσι ξεκίνησα,
δεν με ρωτήσανε ζωή, μα σε συνήθισα
Σαν πληγωμένο αετόπουλο στο χώμα,
ψάχνω τη δύναμη να κρατηθώ ακόμα

Έτσι ξεκίνησα λοιπόν, έτσι ξεκίνησα,
άλλα μου δείξανε και άλλα εγώ αντίκρισα
Θεέ μου κι ας ήξερα ποια μέρα θα πεθάνω
και του θανάτου μου γενέθλια να κάνω.


Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2007

Pαblo Neruda, Στα χθόνια δώματα

Με την κοπιώδη μετάφραση ενός από τα θεμελιώδη βιβλία του Νερούδα που παραμένει άγνωστο στη χώρα μας, ο Γιώργος Κεντρωτής έχει την τιμή να διευρύνει την εικόνα του Χιλιανού ποιητή και να εγκαινιάσει μια καινούρια περίοδο στην πρόσληψη του έργου του. Περίοδος όπου η ποίηση προτάσσεται του βίου, και όπου καθαρά το έργο μας προτείνεται για αισθητική αποτίμηση. Από τις πρώτες κλεφτές ματιές που έριξα η μετάφραση είναι στη θέρμη της νεοελληνικής κοινής στο πλάτος που τη χρησιμοποιεί ο μεταφραστής και υπηρετεί τον ποιητικό λόγο του πρωτοτύπου με πιστότητα και επιτυχημένο συντονισμό του βηματισμού των δύο γλωσσών... Μετάφραση πιστεύω οριακή και για τα ζητούμενα του μεταφραστή στη γλώσσα μας. Περιττό να προσθέσω πως η έκδοση είναι τυπογραφικά άρτια... Αυτά σαν μια πρώτη κρούση.

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2007

CÉSAR VALLEJO, Ένα φημισμένο ποίημα


Από το Αλωνάκι της Ποίησης που πολλές φορές γίνεται αληθινό εργαστήριο...

PIEDRA NEGRA SOBRE UNA PIEDRA BLANCA

Me moriré en París con aguacero,
un día del cual tengo ya el recuerdo.
Me moriré en París ? y no me corro?
tal vez un jueves, como es hoy, de otoño.

Jueves será, porque hoy, jueves, que proso
estos versos, los húmeros me he puesto
a la mala y, jamás como hoy, me he vuelto,
con todo mi camino, a verme solo.

César Vallejo ha muerto, le pegaban
todos sin que él les haga nada;
le daban duro con un palo y duro

también con una soga; son testigos
los días jueves y los huesos húmeros,
la soledad, la lluvia, los caminos...




Η απόδοση της elena

Μαύρη πέτρα πάνω σε άσπρη

Σ'ένα Παρίσι βροχερό ξεψύχισα
μια μέρα τώρα που καλά θυμάμαι.
Ω ναι, Παρίσι ήταν, μα ηττήθηκα•
μια Πέμπτη σαν αυτή ίσως να 'ναι.

Ναι, Πέμπτη θα 'ταν, σαν και σήμερα
που τις αράδες τούτες 'δω σκαρώνω•
φίδια με ζώνουνε ανήμερα
και στον ανήφορο με βλέπω μόνο.

Πάει ο Βαγιέχο απ' τα χτυπήματα
που, με κατάρτια και πανιά, για κρίματα
άλλοι του δώσανε δίχως να φταίει.

Ας είναι μάρτυρες αυτές οι Πέμπτες
και η μοναξιά κι οι δρόμοι οι κλέφτες,
μα ας είναι ακόμα και η βροχή που καίει.


φίδια με ζώνουνε εφήμερα ( Η ποιητική άδεια του Μίχου)



Η απόδοση του Μένανδρου


Θα πεθάνω μια Πέμπτη στο βροχερό Παρίσι
θα ναι μια μέρα που είναι πια στο μυαλό μου
θα ναι μια Πέμπτη στο ημερολόγιό μου
θα ναι μια Πέμπτη που θα μ' έχει νικήσει

Θα ναι μια Πέμπτη 'οπως είναι και τώρα
που σου γράφω αυτά τα θλιμμένα στιχάκια
με κυκλώνουνε φίδια ζοφερά αιμοβόρα
καθώς ανεβαίνω μοναχός τα σοκάκια

Πάει πέθανε ο Σέζαρ Βαγιέχο
με λοστούς και σκοινιά τον σκοτώσαν
κρίματα ξένα βαριά του φορτώσαν

Μάρτυρές μου για πάντα θα έχω
αυτές τις Πέμπτες που με έχουν θερίσει
τη μοναξιά, τη βροχή, το Παρίσι


Να και ο Γεώργιος ο Weaver

Έπρεπε λοιπόν να φτάσεις στο Παρίσι , Καίσαρ, για να δεις τους μαύρους μαντατοφόρους, νάρχονται μια μέρα βροχερή... Πως να παρέλθει από τα χείλη σου το ποτήριον τούτο; Τα τυφλά χτυπήματα της μοίρας, σταλμένα σαν απο οργή Θεού. Μάταια καλείς μάρτυρες τα γραφτά και τη μοναξιά σου... Δε μεταφράζεται , δεν αποδίδεται η κραυγή σου...



Την αγάπη μου σε όλους σας...

Εκείνη

Εκείνη ήταν νεκρή και πελώρια ωστόσο τον κυοφορούσε... οι ανταποκριτές των γενοκτονιών είδαν φορές βρέφη βυζαίνοντας από το στήθος της πεθαμένης ... το πράγμα είναι συμβολικό γι αυτό υπάρχουν παιδιά που περνούν τα πρώτα χρόνια τους πασχίζοντας να ζωντανέψουν τις νεκρές μητέρες τους... εκείνη φοιτούσε τις νύχτες σε μιαν ακτή αγγλικού μυθιστορήματος... περίμενε με τη ζωή της κλεισμένη στην πρώτη της ερωτική υπόσχεση... τί ποιητικό και τί απάνθρωπο για μικρούς πρίγκιπες... να προστεθεί πως κατά τη διάρκεια της όλης αφήγησης βρέχει ασταμάτητα... και δίπλα στο κρεβάτι μου υπάρχει ένα αντίτυπο από τα Ανεμοδαρμένα Ύψη... Εκείνη μπορούσε με ένα σκυθρωπό πρόσωπο να κάνει ασταθές το σύμπαν... ν' αποσύρει εν αγνοία της τη σανίδα του κόσμου κάτω από τα πόδια... το παράξενο ήταν ότι συνέχιζες να ζεις... και κάποιος είχε αποσύρει τα χρώματα από το βλέμμα σου... Εκείνη όταν γεννήθηκε της δώσανε το όνομα της νεκρής αδελφής... ήταν με το ένα πόδι εξαρχής στων νεκρών τον κόσμο... ξόδευε κιόλας για να κρατηθεί έξω απ' το θάνατο... Χήθκλιφ, ο θάνατος... δεν έχω για την ώρα άλλο... μόνο μουσική... απόνα κόσμο που δεν κατοικεί κανένας άλλος...

Άσκηση ύφους

Η συμμετοχή του στην τέχνη είναι ένα λεύκωμα για την όπερα στην Πάτρα... τόσο κύρος... αλλά ομολογώ ότι δεν ήξερα ότι είναι τυφλός... Κοντεύει να γίνει παράδοση... κάθε φορά που ένας Δόλιος έχει δυσφορία ρίχνει και μιαν αποστροφή για τους ιστολόγους... Αναρωτιέμαι... για να επιβεβαιώσει τον επαρχιωτισμό του και τις δουλείες του στο συγκρότημα; Για να γαληνέψει τη γήρανση του σώματος και της μορφής του που είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι στους ομόποθους; Για να του πετάξω τα Μικροκείμενα στα μούτρα; Μωρό μου αν ήθελα να ξεδώσω θα αγόραζα το Βήμα και θα έβαζα τη γάτα μου να ξερνάει πάνω του, δεν θα ήμουνα ιστολόγος... Δεν περιμένω να έχετε τόσο μυαλό για να καταλάβετε ότι κάθε απαξίωση που προέρχεται από δημοσιογράφο, δηλαδή από άτομο της κατωτάτης υποστάθμης, είναι γαλονάκι εκεί πάνω δεξιά. (Λες να είναι τόσο μαλάκες ώστε να νομίζουν ότι όσα και τα φύλλα του εντύπου τόσοι και οι αναγνώστες τους;) Βάλτε κανένα καλό βίντεο κι αφήστε τα μεγάλα λόγια ειδικά γι αυτά που δεν ξέρετε και που χρόνια τώρα δεν βγαίνετε από το γραφείο σας για να μάθετε... Η τέχνη δεν είναι τσοντάδικο στη Λυκούργου... αν και το τσοντάδικο μπορεί να βγάλει τέχνη... και μάλιστα επιπέδου. Υπάρχει ιστορία κάποιας τέχνης που θα είχε λόγο να περισώσει το όνομα Μπακουνάκης;


Αφιερωμένο στο συνάδελφο που με επισκέπτεται για να με ενημερώσει και τον πιάνω στους μετρητές.

Υ.Γ. Η λέξη ομόποθοι, έχει κοπυράιτ...

Άλως αγράφου ποιήματος

Ανεβαίναμε την ανηφόρα όταν με ρώτησε, πως νιώθεις... Είμαι, πως να το πω, σε κατάσταση ενδόξου πένθους... ίσως και να ήθελα να πω σε κατάσταση δικαίωσης μα χωρίς τον άνθρωπο, τέτοια μοναξιά... Καθυστερώ απόψε... η κατάσταση χρωστάει στο ποίημα... λες κι έχω δέκα μηχανές να ξετυλίγουν τις μπομπίνες τους και φέρνουν περιστατικά σ' ένα παλίμψηστο οθόνη... και δεν έχω λόγια... είχα πάντα λόγια εκτός από εκείνα που αληθινά μου χρειάζονταν... ίσως και γιατί τα σπλάχνα είναι αμετάφραστα... νεύουν μονάχα κάτι φυσήματα ανατριχιαστικά στης μνήμης το σιτοβολώνα... συντονίζονται... έχουν του λύκου την καταγωγή και πίνουν φεγγαρόφωτο... τόσο δεν έχω λόγια... και πάω μην έχοντας κι ωστόσο γράφω... πάει... το πόσο για το λάθος είναι ο άνθρωπος άνθρωπος δεν μαθαίνεται... κι όταν στ' αλήθεια νιώθεις είναι που βουβαίνεσαι... θέλω να πω σιωπάς γραπτώς... Φιλοξενώ νεκρό απόψε... έριξε χτες τη λέξη προς τα πατρικά του σύμβολα... και του βγήκε καθρέφτης... ένα πράγμα από ήλιο και νερό και κάτι λέξεων πίδακες το αίμα... απλά πράγματα της νιοστής φοράς κι ωστόσο με απωλεσμένη σάρκα από παράδεισο... δεν έχω λόγια γιατί τα λόγια από καταγωγής μητέρας είναι μητέρατα... και εκ πατρός βουβά... θέλω να πω σ' αυτό τον κόσμο που συνεχίζει τις θεές του υπόγεια... είναι ήσσονος σημασίας του Λάιου η συνάντηση... δεν τη χωράει ο κόσμος που πεθαίνει... είναι χαμένη μια συνομιλία με το θάνατο... που έρχεται όλο και σε πιο άοπλους... θέλω να πω πως δεν θέλω να πω κι αυτό γεννάει το ίδιο λόγια... από τα ίδια αυτά που ζέχνουν χαρτονόμισμα... αποτυχίες του πλήρους μας σχεδόν πληρότητες... σε προχειρότητα στου καθενός το στόμα... με το σχεδόν αυτό πορεύομαι...ως επιζών των τελευταίων μου λόγων... για να επιχειρήσω πάλι όσα δεν μπόρεσα...


Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2007

Ευχαριστίες

Δεν φανταζόμουνα ποτέ, όταν τα λέγαμε σκληρά στη Σόλωνος, σε ένα βιβλιοπωλείο, ότι θα είχα την συγκινητική ευκαιρία να σελιδοποιήσω και να επιμεληθώ τυπογραφικά το πρώτο μεταφρασμένο στα Γαλλικά βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη... Η δουλειά εκτός από τιμή είναι και χαστούκι στο Βρυκόλακα, στου οποίου το σπαστήρα του πνεύματος σε χρήμα πέρασα ενάμιση χρόνο πριν τινάξω και τη σκόνη από τα παπούτσια μου... Για να γίνει αυτό έβαλαν το χεράκι τους πολλοί... Ηλειακή και Πελοποννησιακή υπόθεση... τους ευχαριστώ όλους από καρδιάς... Ήταν το μεγαλύτερο κύρος και η μεγαλύτερη τιμή για έναν εκδοτικό οίκο όπως ο Ενδυμίωνας, και μια παραδειγματική σύνδεση του πρωτοεμφανιζόμενου που γυρεύει αξιοπρέπεια στην πρώτη παρουσία του με τον μεγαλύτερο, ίσως και το μοναδικό στοχαστή παγκόσμιας εμβέλειας που έβγαλε τα διακόσια χρόνια σχεδόν της παρουσίας του το ελληνικό κράτος... Κοιτάξτε αυτή τη φωτογραφία... στην άλλη που υπάρχει οι προσεκτικοί θα παρατηρήσουν ότι ο Παναγιώτης Κονδύλης έχει γυρισμένα τα οπισθιά του... φυσικό για έναν άνθρωπο που είπε πως η σύγχρονη Ελλάδα είναι μια τουαλέτα πάνω σε έναν αρχαίο ναό...

Ο μαφιόζος

Σε κάθε φράση που γράφει κάνει κι ένα ποινικό αδίκημα...

Για μαζέψτε τον!!!

( Με όλη μου την κατανόηση... Θα μπορούσα να έχω γιο στην ηλικία του)

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2007

Karaoke


Κώλο με κώλο τώρα

Θέλει να γράφει όπως εγώ, βρίσκεται σ' αυτή την κατάσταση που περιγράφει η ψυχολογία σαν κατάσταση αγάπης μίσους απέναντι στο πρότυπο... κι ούτε το ξέρει... πολλά δεν ξέρει... γι αυτόν ποίηση είναι τα ηλιοβασιλέματα και κάτι μαδημένες μαργαρίτες πολύ θράσος και γλώσσα κατάλληλη για θαυμασμό και προσκολλήσεις... και δεν το ξέρει... πολλά δεν ξέρει.... όταν ανακαλύπτει πως ο τόπος από από όπου εκφέρεται ο λόγος που θαυμάζει βάλλεται από παντού και πως απαιτεί από υπομονή μέχρι χριστοπαναγία γιατί πέφτει πάνω στο ονειράκι του νεοέλληνα να θεωρεί κάθε ικανότητα του άλλου ως κλεμμένη του δυνατότητα... και δεν θέλει να το ξέρει... πολλά δεν θέλει να ξέρει... και πως η ευαισθησία απαιτεί για τη συνέχειά της ανάλογη σκληρότητα για την οποία είναι ανίκανος ως μπανιστιριτζής της ζωής... και δεν θέλει να το ξέρει... πολλά δεν θέλει να ξέρει... και πως την ίδια στιγμή που θέλει να γράφει όπως εγώ δεν ξέρει τον τόπο που να σταθεί και να γράφει γιατί το στόμα του είναι κιόλας γεμάτο σκατό επιφανείας... και δεν θέλει να το ξέρει... πολλά δεν θέλει να ξέρει... και μένει εκεί βραχυκυκλωμένος γιατί η ψυχή του άλλα θέλει τα δύσκολα εύγε... αλλά τον τραβάει το σκατό στο στόμα του κι οι μαργαρίτες και τα ηλιοβασιλέμματα κι ο θαυμασμός και η αμφιθυμία και τα αντιφατικά μηνύματα και το μπανιστήρι της ζωής... και δεν μπορεί να ξέρει πια... κι αρπάζει ένα μπουκάλι με ποτό γιατί δεν έχει επιλογή ούτε πως να βάλει φωτιά μέσα του... γιατί όλοι έχουν αποφασίσει πως θα πεθάνει ο γιος του διπλανού για να υπάρχει και κίνηση στην αγορά... και δεν μπορεί να το ξέρει... είναι πολλά που δεν μπορεί και δεν θέλει να ξέρει... θυμάται σκηνές από το Ρέκβιεμ για ένα όνειρο και τρέμει.... δεν θέλει να ξέρει... δεν θέλετε να ξέρετε... πολλά δεν θέλετε να ξέρετε... αλλά είναι μόνο ένα παιδί σε μετεφηβική σύγχυση μας είπε ο ψυχολόγος τις προάλλες... και δεν θέλετε να ξέρετε... τόσες ώρες δουλειά... τόση διαφθορά και τόσα μαύρα... που δεν θέλετε να ξέρετε... πολλά δεν θέλετε να ξέρετε... ένα παιδί περιττό με το θάνατο εκ τους σύνεγγυς... υποψήφιος για ένα καμένο όνειρο... που δεν θέλουμε να ξέρουμε... πολλά δεν θέλουμε να ξέρουμε... ας προστεθεί μετά λογοτεχνικών φιλοδοξιών... που δεν έχουν διέξοδο... πολλά σ' αυτή τη βρωμοχώρα δεν έχουν διέξοδο... που δεν θέλουμε να ξέρουμε... είναι πολλά που δεν θέλουμε να ξέρουμε...


Οικογενειακά

Αν κρίνουμε από τις οικογένειες Γεωργουσόπουλου Μπαμπινιώτη και Βούλγαρη, για να αναφέρουμε τρεις χώρους συγγενείς του πολιτισμού μας... η κοινωνική κινητικότητα φαίνεται πως σ' αυτούς τους χώρους είναι μηδενική... αφού δεν έχουν τη δυνατότητα ούτε στο διπλανό κύκλωμα να μεταφέρουν τα παιδιά τους... Πράγμα που σημαίνει ότι βρισκόμαστε στο κέντρο της παρακμής του πολιτιστικού μορφώματος που έγινε κυρίαρχο μετά τη δικτατορία... Το ερώτημα είναι πότε και με τι γεγονότα θα καταρρεύσει... Το 80 φτωχοί 20 πλούσιοι που πάει να διαμορφώσει η κοινωνία μας είναι εκρηκτικό και βάζει σε εσχάτη αντοχή το αμορτισσέρ που αποτελεί η οικογένεια... Η αθρόα μετανάστευση και οι συγκρούσεις αίματος είναι επί θύραις σ' αυτή την κοινωνία που βράζει από οργή στην ουρά της Ευρώπης....

Για την οικογένεια Βούλγαρη και εδώ

ΛΥΠΗΡΑ ΤΑ εγκόσμια, του Ελύτη


ΤΗΣ ΛΕΠΡΑΣ ΠΡΩΤΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ ΤΟ ΧΡΗΜΑ. ΣΩΡΕΥΕΙ
Ο ΦΙΛΑΡΓΥΡΟΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΚΑΙ ΧΑΙΡΕΤΑΙ



ΛΥΠΗΡΑ ΤΑ εγκόσμια. Και τα εκτός επίσης
Έλλειψη έχει ως φαίνεται από ζωντανούς ο Θεός και σ' ένα

μοναστήρι μικρό

Σαν σε ορνιθώνα μας έχει κλείσει μην και του φύγουμε. Αλλ'
Εμείς φεύγουμε. Λίγη τύρφη φθοράς καταλείποντας
Οι με τις εικασίες εξακολουθητικά διαιτώμενοι και ποτέ ναι
Λέγοντες άνθρωποι του ενός αιωνίου παρ' ολίγον
Ποιας εντούτοις παραδείσιας χρυσαλλίδας τα ίχνη στα χειρόγραφά

μας άλλο νόημα δίνει

Και στ' αμάργαρο ύδωρ μπλουμ ζουμπούλι στάζει
Παρόμοια κάτω απ' τους τουφεκισμούς ο εκτελεσμένος ή
Πίσω απ' τα φύλλα η θάλασσα
Περαστικές ραγδαίες φυλλίδες μετατοπίζουν το άγνωστο

Κυανότερο το κυανό γίνεται και μια τελεία γλάρου μένει επάνω του
Ράκη φαντασίας ο αιώνιος δήθεν. Κι ας αρκέσει ο μέσα μας ανθώνων

Άθως

Όπου πηγή λαλεί και ο ελεύθερος που δεν μετα-
Γλωττίζεται. Ρείκια σφένταμα λουίζες πολυσύλλαβα της

συντροφιάς μου

Αέρας μου χρειάζεται για να νυχθημερόν νυμφεύομαι.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2007

Θέσεις για τη εξέγερση


Ελευθερώστε τους νεκρούς που σας αναλογούν
γιατί αυτό κατά τον Μπένγιαμιν είναι που οδηγεί
το πνεύμα της εξέγερσης, των αγγεννήτων δεν,
μα όχι σαν το σοσιαλιστή μια στιγμή πριν απλώσει
στο ταμείο το χέρι του με τον πατέρα στη Μακρόννησο
αλλά με τον που ετάχθη στον καθένα τρόπο
να ελευθερώνει τους νεκρούς του μες στο χρόνο του
όπως το είπε ο ποιητής: και εις σμικρόν γενναίος.

Ελευθερώστε τους νεκρούς που σας αναλογούν
όπως ελευθερώνει ξαφνικά το πληκτρολόγιο
και μουσουνίζουνε ζωή τα νεκρά λόγια μου...


ΣΤΟΝ ΑΚΑΛΥΠΤΟ ΧΩΡΟ ΜΑΣ



ΣΤΟΝ ΑΚΑΛΥΠΤΟ ΧΩΡΟ ΜΑΣ στάσιμα τα νερά

Λιμνάζουν. Ωμές τρώνε τις αλήθειες οι άνθρωποι

Και κουκιά βγαίνουν τα θεοΰφαντα. Μείνε κοντά μου μύρτον

του Αρχιλόχου

Είσαι της γης ο γόης και της Αίθρας ο κότινος
Αυτά που γράφω δεν «γίνονται» ούτε «παίζονται». Αλλά
Υπάρχουν στο ους του Διός εάν όχι στ' αζήτητα
Πένες χθεσινές πτέρυγες κυκλαμινίσκοι του αφελούς βιολέ
Στάχυς θα υπάρχει ακόμη σιτίζοντας τους πληθυσμούς. Αλλ' ο
Ένας όσο κι αν από μαΐστρο έμπλεος είναι στον ενεστώτα του καιρού

λιμώττει

Παίζουν οι ευωδιές τυφλόμυγα και σαστίζει της νύχτας τ' αλογάκι
Μπρος, ας διαγράφουν οι Αντιγόνες και ας
Αντικατασταθούν δικαίως οι Κρέοντες όλοι
Αδιάκοπα να ευδοκιμεί ο ηδύοσμος ως νους μονογενής. Και

οι λοιποί ερρέτωσαν.


ΥΓ. Ας σημειωθεί ότι ακόμη και όσοι πέτυχαν απ' την
Κακοτυχία να επιστρέψουν δεν χαμογέλασαν ποτέ. Όπως
Δεν χαμογελούν ποτέ τους τα έντομα.


O. Ελύτης

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2007

Εκδοτικά

Ένα ξύπνημα πάνω στα φύλλα του εγχειριδίου του Κουάρκ... μερικά μέιλ... ένα στιγμόμετρο... πολλή προσοχή σε μερικά τυπωμένα βιβλία ποίησης... η συμβουλή του Τσίρη ότι τα γκαραμόντ είναι γραμματοσειρά που αρμόζει στην ποίηση... λίγη τεχνογνωσία για το χρώμα από τα παιδιά του τυπογραφείου... δυο τρεις βολτούλες στην Εθνική Βιβλιοθήκη για τα αι ες μπι εν... μια γαρδένια από το διαδίκτυο που πήγαινε γάντι ως προϊόν του έρωτα και του πηλού, ένα κλαδί δαμασκηνιάς για μια σελίδα με χαϊκού... μια κάρτα στο βιβλιοπωλείο του Τάκη... η διακίνηση όλου του υλικού με μέιλ... το αντίτυπο το τυπωμένο στο άδειο δίπλα σου κάθισμα να το ξεφυλλίζεις στο φανάρι... ο Δημήτρης στο ναυτίλο... η μετάδοση όσο μπορούσα αυτής της τεχνογνωσίας στο Φώτη... οι μαγκιές στο βιβλίο του Κονδύλη για να έρθει ωραία το πιντιέφ... η εμπιστοσύνη εκείνων που μου στέλνουν τα γραφτά τους και η ικανοποίησή τους... το υποδεκαπλάσιο αυτών που ζητάνε οι εκδότες συν το γδάρσιμο από το βήτα κατηγορίας γραφιά που κάνει τον επιμελητή... η αξιοπρέπεια και η στοιχειώδης βοήθεια για να πάει το βιβλίο εκεί όπου υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον... Τόσα.

Και η χαρά μιας ως τώρα καλά καμωμένης δουλειάς
που δείχνει την αλήθεια της πράξης κι όχι
την γενικευμένη δυσπιστία του νεότερου
απέναντι στον παλιότερο
τη δικαιολογημένη και με κόπο ακυρωμένη
όσον αφορά στο πρόσωπό μου.

Χιλιάδες εκδότες... μα ο Ενδυμίων τυπώνει Κονδύλη στα γαλλικά...
ο Θεός να μας φυλάει από τα σουξέ...:)

Σάλια

Είναι σαφές ότι μεγάλο μέρος των ιστολόγων είναι δημοσιογραφοκόλακες... από εκεί και το ήθος από τα μηχανάκια του αιτζιμπί... οσκαρολαγνείες και άλλα παραφερνάλια... Πέρα από το αυτονόητο Που στηρίζεστε, βλέπω και σαν κατάχρηση την παρουσία κάποιων ονομάτων...
Διότι αυτά τα τσογλάνια βάζουν σε ηθικό δίλημμα τους αναφερομένους... Και προσωπικά περιμένω από δυο τρεις να αποστασιοποιηθούν από αυτό το ρεζιλίκι...

Καλώ τον Πετεφρή ως εμπλεκόμενο, έστω και άθελά του
με δυο γραμμούλες να κόψει τα φτερά στις τσατσάδες...
Όχι πως έχω πρόβλημα να διαχωρίζω τη γραφή από τη ματαιοδοξία
αλλά είναι μια πρόκληση το ήθος της γραφής με τη στάση
απέναντι στις γελοιότητες της δημοσιότητας να παραμείνει αραγές
τουλάχιστον εδώ...

Και για να προλάβω τη δευτερολογία των τσογλανιών... εννοείται ότι ο ίδιος και κάποιοι ακόμα που προτιμάω δεν έχουν εμπλοκή, αλλά εμπλέκονται αναγκαστικά στην αμφιθυμία αγάπης μίσους που αποδεδειγμένα τρέφουν αρκετοί συμπλεγματικοί της ιστόσφαιρας.

Όχι πως χάθηκε ο κόσμος... μόνον ηλίθιοι θυμούνται ποιος ήταν πέρυσι ο άνθρωπος της χρονιάς ή ακόμα ποιος πήρε τα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας, αλλά είναι μια στιγμούλα αναυθεντικότητας που επιθυμεί να μολύνει όλους τους χώρους για να υπάρχει ισότητα στην απαξίωση... Αυτή τη δημοκρατία της απαξίωσης με τρεις λεξούλες μπορούμε να την κάνουμε φιάσκο...

Αλλιώς Πετεφρίκο να σου δανείσω το κουστούμι μου να πας στην απονομή...

******
Από το Ιστολόγιο του Πετεφρή.

(Το ουάου των ιστολογίων, άμεση απάντηση... Ο Πετεφρής νομίζει πως το πήρα στραβά... Σιγά μη σου δάνειζα το κουστούμι που δεν έχω... Και σιγά μην ξίνιζα αν δεν απαντούσες...

Ναι, αυτούς περίμενα για να σε κρίνω...
Αλλά μου αρέσει να τους τραβάς το κιλοτάκι και να το αφήνεις απότομα ...
Μετράς πόσο απέχει το τσακ από το αχ...: )


Μίχο αγαπητέ, δεν είμαι εμπλεκόμενος.Μήτε άθελα, μήτε θελημένα. 'Αλλοι έχουν μπλέξει μαζί μου και δεν το έχουν πάρει χαμπάρι, αλλά να μου επιτρέπεις ενίοτε να διαλέγω τον τρόπο και το ύφος αλλά ιδίως τις λέξεις της αντίδρασης.Το Πετεφρής δεν είναι αναρτημένο, είτε εδώ ,είτε όπου αλλου, ως δημόσιο αγαθό που χρειάζεται κατοχύρωση, αλλά ως δημόσιο έκθεμα που μπορεί να υφίσταται ποικίλες συμπεριφορές.



Υ.Γ. Θα ήθελα πολύ να βάλω σε ψηφοφορία αυτό το δημόσιο αγαθό ή δημόσιο έκθεμα... Και ακόμα, το πλέον σημαντικό, πότε ένα δημόσιο έκθεμα γίνεται δημόσιο αγαθό; Με τη έννοια ότι φέρει την κατοχύρωση μέσα του... Αλλιώς τι θα ήταν σήμερα ο ποιητής Λευτέρης Παπαδόπουλος ως δημόσιο έκθεμα... Ο αναγνώστης έπεται και αγαθοποιεί εκεί όπου ο γράφων εκθέτει... Ευχαριστώ για την διάκριση, θα την έχω υπόψιν μου στο μέλλον. Να μου επιτρέψεις το αγαθό ως σημείο αναφοράς ενός αναγνώστη σου (πόσο θα ήθελα να γράψω μαθητή) κι εσύ να εκθέτεις... ακάθεκτος ...

Κα Καίτη Ντάλη


Από ανθρώπους και Θεό...

Ο Χόρχε στο καθρέφτη μου


Όχι πως δεν μου έτυχαν κι εμένα πράγματα
που έμοιαζαν να μην είναι εκ του κόσμου τούτου
Όμως το δύο που είμαι επιμένει κάποτε στο αν
που η επανάληψη του φτάνει να σε κάνει άλλο.

Κανείς δεν ξέρει, περισσότερο εγώ, ποιόν απ' τους
δυο έχει τη τιμήν να συναντάει ο απέναντι
το μόνο σίγουρο είναι πως την αλήθεια της
στιγμής κρατάει πάντοτε ο άλλος όταν

Κλωτσάει στον δίπλα χρόνο άδεια κουτιά
κουρελής, βρώμικος, παρατημένος χωρίς
τον κόπο ενός μέσα του ελατήριου για
να κρατά τη μέρα με τα δόντια όθεν είναι
κομμάτι άτρωτος και μίλε τρε οι μετραίσσες του.

Εγώ μονάχα ένα σας λέω, γυρίζοντας
στο σαρκοβόρο χρόνο που μου τείνει
εκατό ρολόγια και ψηλά τα χέρια μου
μη διαβάζετε Μπόρχες μετά τα μεσάνυχτα
εξαγριώνει χρόνους πιθανούς και σέρνει
πίσω του τα όσα μύρια απρόβλεπτα.

Περί του συν ένα

Πάντα υπάρχει κάτι να ειπωθεί όταν έρχεσαι δεύτερος... ο πρώτος βρίσκει κρίνους να τσακίζει ακόμα ανέγγιχτους... ο δεύτερος συγχίζει το εγώ του ποιήματος με το γραφέα... είναι σχεδόν γνωστό το ποσοστό αλήθειας που αναλογεί σε κάθε λέξη... από μυθοποιώντας το σκατό σου ως τα σπλάχνα στον κουβά μιας ξυστά σχεδόν αγαπημένης σου... ίσως και να 'ναι που πεθάναν οι θεοί και δεν αξιώνουν πλέον την παλινωδία τους... σχεδόν όλοι το προσέχουν και κανείς δεν γράφει πως εκ του σύνεγγυς φέρνει οργή η κάτω από τα μάτια σου ομορφιά... εκεί που αδυνατούν οι λέξεις να μεταμορφώσουνε τον κόσμο του αναγνώστη μπαίνει ο κόσμος με μια γεύση μάταιου καταπατώντας λέξεις λες και θέλει πολλή τέχνη να τσακίσεις το ανάλαφρο... που εντέλει μένει πάντοτε εκεί... ανοιχτή πρόσκληση στη μεταξίωση του χρόνου... όσο κι αν από δίπλα βόσκει ο θάνατος... είχε σοφία εκείνη η εικόνα του Μαρσύα φέρνοντας το δέρμα του γδαρμένο στα δυο χέρια του... και προπαντός μη λησμονάμε πως για λέξεις πρόκειται... συναρμοσμένες έτσι σαν παυσίπονα... και κάποτε παυσίπονες... γιατί η νύχτα είναι ωραία το φεγγάρι ολόγιομο και που κουράγιο πια για να καλέσεις το θεό ή την απουσία του να την καθίσεις στο σκαμνί... και γιατί τώρα κι όχι ύστερα... γιατί στο χρόνο κι όχι αιώνια... και γιατί αυτό το μικρό παιδί που αναμάρτητο πεθαίνει... όσο κοστίζει ένα ναι μετά απ' αυτά τόσο μετράει αυτό που λέμε ποίηση.... κατά τα άλλα πάντα θα υπάρχει κάτι να ειπωθεί όταν έρχεσαι δεύτερος...

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2007

Ας μη με δει κανείς, του Άκη Πάνου

Εδώ

Ας είχα το κουράγιο ν' ανεβώ
στο πιο ψηλό-ψηλό βουνό απάνω
τ' αστέρια με τα χέρια μου να πιάνω
με το Θεό να νιώσω συγγενής -
κι ας μη με δει, κι ας μη με δει κανείς.

Το δέντρο που μας κλείνει το στρατί
τη δύναμη ας είχα να τραβήξω
τα σύνορα του κόσμου να τα ρίξω
ξωμάχους να ενώσω κι ευγενείς -
κι ας μη με δει, κι ας μη με δει κανείς.

Τα στήθια μου στου χάρου το σπαθί
τη δύναμη ας είχα να τ' απλώσω
μονάκριβο παιδί για να γλιτώσω
της μάνας της φτωχιάς, της ορφανής -
κι ας μη με δει, κι ας μη με δει κανείς.

Αποστάσεως

Αν κρίνω το χρόνο από τη μέρα που βρέθηκα μουσούδι με μουσούδι με το λιοντάρι στο Σπήλι είναι πια ατμός κι όλο γυρεύει χείλια να ξαναπούνε τ' όνομά της όσο κρατάει μια αστραπή στο Λυβικό ανοιχτά... Σε τέτοιο σκηνικό έγινε το για πάντα μου ποτέ ποτέ... Όπου εκείνη έγειρε κι ακούστηκε ο φωτοφράκτης κι έμεινε το νερό ακίνητο στη φούχτα της και μια κραυγή δαρμένου σκύλου μέσα μου αποστάσεως σχεδόν τριάντα χρόνων... Της γράφω ποιήματα να ξεγελάσω μερικούς και πρώτα πρώτα εμένα πως γράφω για γυναίκα ενώ μιλάω για την πληγή από όπου μπήκε μέσα μου ένα πελώριο αγρίμι αδύνατο που εξημερώνω τρώγοντας τα σπλάχνα μου... Στην επιφάνεια η πείρα πάει σωρεύοντας τα περιστατικά της λευκοπλάστες... κι αυτός ο άλλος που είμαι κρατάει σαν δέντρο που καλεί τον κεραυνό... Από μιαν άποψη έχω μείνει ξεχασμένος στη βιβλιοθήκη του Ρεθύμνου και διαβάζω Ελύτη ως ν' αναστηθώ... επαναλαμβάνω επ' άπειρον φωνήεντα και σύμφωνα ενός ονόματος... τη αυτή ημέρα μνήμη... καταλογάδιν ο ψάλτης κατά το τυπικό... στο όνομα αυτό εμένα κανένας δεν μου αποκρίνεται... Στο σόι μου όσο κι αν ψάξεις γυναίκα ακόμα με τ' όνομα Άννα δεν εβρέθηκε...

Η ΕΛΕΝΗ


Η ΕΛΕΝΗ


Σήκωνε το κλουβί

μια δω μια κει

κι ο ήλιος πήγαινε απ' την άλλη
ν' ανάψει τ' όμορφο κεφάλι

Μια δω μια κει

ο ήλιος κάθε Κυριακή


Φώναζε στην αυλή

ψι ψι, ψι ψι

κι ο γάτος σήκωνε ποδάρι
μέσ' απ' τα μάτια της να πάρει

Ψι ψι, ψι ψι

την αστραπή τους τη χρυσή


Πήγαινε ν' ανεβεί

σκαλί σκαλί

την αγκαλιά ρούχα γεμάτη
κι έλεγαν οι αγγέλοι να τη

Σκαλί σκαλί

την πιο μικρή μας αδερφή


Κάτασπρο γιασεμί

και μυ- και μυ-

και μυστικέ μου Αποσπερίτη
πάρτε με πάρτε με στην Κρήτη

Και μη και μη

και μη ρωτάτε το γιατί.

Ο. Ελύτης

Το ασύμμετρο


Εκείνοι που κυλίστηκαν στον ίδιο βούρκο των απολαβών
της δόξας μ' όσους πια τους αποκλείουν το μπορούν
ακόμα και να κλαψουρίζουν για το μεταφυσικό αυγό
που εκκολάπτει μιαν επιθυμία αργομισθίας του δημοσίου.
Τόση η αλήθεια του μεγάλου πόνου τους για τα μεγάλα
τα υψηλά και τα ανεξαγόραστα. Σκισμένοι από το άδικο
στο χτεσινό ποιητή και μηχανές για του σημερινού το άδικο
με τ' αναγκαία προσόντα βερνικιού στη γλώσσα και ορθοστασίες
και παλινωδίες και χειροφιλήματα όπου θα δάγκωναν...
Μικροί στο ανάστημα της καθημερινής μικρής δουλείας τους.
Πάνε ανάκουστοι κι αυτοί και η αγωνία τους στη λήθη
που είναι ο αργυραμοιβός για το παιγμένο μα και το σκοπούμενο.

Μα εμένα κι όσους ήθελαν να φύγουν από την καταδίκη
το πρόσωπό τους να τακτοποιούν στο φως με λέξεις
μου σπάνε κάθε τόσο τα με τόσο κόπο φράγματα
και πλημμυρίζουνε κατεβασιές συναγερμούς και τρέχω
κάτι να φράξω από εδώ κάτι από εκεί ν' αποσιωπήσω
με σακιά κουρέλια λέξεις της ανάγκης μου τόσο
που λέω την υγεία σιωπή και την αρρώστια ποιήματα...

Κάποτε συμπτωματικά πέφτω στον κόσμο τους
κατάλογοι ονομάτων φύλλα δάφνης για τη λήθη
προσπάθειες πανικού εκεί που η φήμη δεν περνά φτερό της.
Και ξαναφεύγω πάλι μιας κι αυτός δεν είναι ο κόσμος μου
μόνο τα βράδια να μου γνέφουνε κουνώντας χέρια
κάτι μωρά αγέννητα και κάποιοι πεθαμένοι
που λες κι ανοίγει μέσα μου ο χρόνος σαν τα επουράνια...

Άλλοι γράφουνε ποιήματα κι άλλοι καίνε τις λέξεις
γυρεύοντας μιαν έσχατη και από σιωπή σιωπή.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

Τζίνα Μουκριώτη, Του Έρωτα και του Πηλού


Από τις εκδόσεις Ενδυμίων κυκλοφόρησε το βιβλίο της Τζίνας Μουκριώτη
Του Έρωτα και του Πηλού.
Η Μουκριώτη γνωστό πρόσωπο του χώρου της ιστόσφαιρας
με χαρακτηριστική παρουσία εκδίδει βιβλίο για πρώτη φορά.

Με μια γραφή που δεν φοβάται την ποιητική ωραιολογία
και που διαθέτει κιόλας αναγνωρισιμότητα
προσφέρεται για να την προσεγγίσουμε...

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2007

Ο χρόνος που μετράει (L’ anno que verra)

Το άσμα εδώ

Καλέ μου φίλε, σου γράφω για να παρηγορηθώ
και εξαιτίας της απόστασής μας, τρελά θα εξηγηθώ.
Μα, από τότε που λείπεις, παρατήρησα ξανά
πως ο γεροχρόνος έφυγε μα κάτι ακόμα εδώ δεν προχωρά.
Σπανίως βγαίνουμε έξω κι ας είναι και γιορτές,
αρκετοί σωριάζουν σάκους με άμμο στα παράθυρα και στις σκεπές,
Άλλος πάλι σωπαίνει για βδομάδες σαν νεκρός
κι όσοι δεν έχουν κατιτίς να πούνε τους περ'σσεύει και καιρός.

Μα η μικρή οθόνη μάς είπε για τη νέα χρονιά
έναν ανασχηματισμό ευρύ που καρτερούμε πώς και τι.
Θα 'χουμε, λέει, Χριστούγεννα και καρναβάλια καθ' εκάστη,
κάθε Χριστούλης θα κατέβει απ' το σταυρό,
και τα πουλάκια θα επιστρέψουν στο άστυ.
Θα έχει φαγοπότι και φως όλο το χρόνο,
θα βγάζουν λόγο και οι μουγκοί γιατί οι κουφοί μιλούσαν μόνο.
Θα επιτραπεί ο έρως όπως τον θέλει ο καθείς,
θα παντρευτούνε και οι καλόγεροί μας, μα κατόπιν δοκιμής.
Και έως δια μαγείας, θα εξαφανιστούν
κάτι κρετίνοι, κάτι απαίσιοι που μας ταλαιπωρούν.

Βλέπεις, αδερφέ μου, τι σου αραδιάζω, ακριβέ μου;
Μα, εδώ κοντεύω να φλιπάρω, έστω σαν όνειρο αν το πάρω!
Βλέπεις, βλέπεις, βλέπεις, βλέπεις, βλέπεις, κύριέ μου, παραμιλάω, τρεκλίζω,
γελάω μ' όλα τα εφέ μου και συνεχίζω να ελπίζω!

Μα, αν ο χρόνος ήταν μόνο για μια ώρα, κάτι σαν κομήτης,
πόσο σκληρό γίνεται τώρα καθώς χανόμαστε μαζί της.

Ο χρόνος που μετράει σε λίγο δεν θα είναι εδώ,
θα τον φάω ή θα με φάει, αυτά είχα να σου πω.

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2007

Ο τοίχος με τα κόκκινα τούβλα

Ornithology

με τον τρόπο που ας πούμε ένας τενορίστας φυσά το πνευστό του, παίζει μια μουσική φράση μέχρι να του κοπεί η ανάσα, κι έτσι παίζει το σκοπό του, καταθέτει το λόγο του... με τον ίδιο τρόπο διαχωρίζω κι εγώ τις φράσεις μου, με τον ίδιο τρόπο... έτσι υπάρχει ροή, ελευθερία και το χιούμορ της τζαζ αντί για την όποια τρομαχτική ανάλυση...

... κάθε τι παλαβό που σκεφτόταν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα του έξω κόσμου και δεν υπήρχε τίποτα που να μείωνε τον εαυτό του για το κάθε ντουπ, νταπ, κρατς, κρουτς, τσαφ και τσουφ, φλαπ, ντουβ, μπαμ και μπομ, ουάου, ουού, γκραπ, τσουπ, κλαπ, φαπ, κρατς, κρουτς, μπόινγκ, κλατς και ΜΠΟΝΓΚ!

Τζακ Κέρουακ, εκδόσεις PRINTA

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2007

Pepe ¨El Culata¨


Redoblaron las Campanas
Soleares

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2007

On the Road


Μαύρο γυαλί σοβαρός κατεβάζεις το τζάμι φρενάρωντας στα διόδια δεν κοιτάς απλώνεις το αριστερό με τα ψιλά και με το δεξί πατάς πλέι και στη διαπασών... κοιτάς μπροστά σοβαρός σαν πέτρα... παίρνεις το χαρτί και αφήνεις τη σκόνη σου τραβώντας για το πουθενά... γκαζώνεις γιατί η μοναδική απαίτηση του ποιήματος είναι οι διακεκομμένες να περνάνε κάτω από το τιμόνι σου με το ρυθμό του τραγουδιού... Σίβυλλα τι θέλεις; Αποθανείν θέλω...